ΜΟΝΗ ΚΥΡΙΑΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ ΓΟΥΒΕΡΝΕΤΟΥ

ΜΟΝΗ ΚΥΡΙΑΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ ΓΟΥΒΕΡΝΕΤΟΥ
Νομός Χανίων

Η μονή Γουβερνέτου βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Ακρωτηρίου σ’ ένα θαμνώδες τοπίο. Είναι το αρχαιότερο μοναστήρι της μητρόπολης και ως μοναστικό συγκρότημα έχει δυο περιόδους. Τα πρώτα κτίσματα της μονής τοποθετούνται μετά τον ΙΑ΄ αι. και μέχρι τις αρχές του ΙΣΤ΄ αι. Κατά πάσα πιθανότητα υπήρχαν στην περιοχή μικρά ανεξάρτητα συγκροτήματα και ασκητήρια πολύ κοντά μεταξύ τους. Η ονομασία «Γουβερνέτο» οφείλεται σε παρετυμολογία του Γδερνέτο ή Γδερνέτω ή Δερνέτο, που ήταν παλιό εγκαταλειμμένο κοντινό χωριό ερείπια του οποίου σώζονται ακόμη. Με βάση τα ευρήματα, είναι η μόνη πιστοποιημένη στην Κρήτη περιοχή λατρείας της Αρτέμιδος Άρκτου κατά την αρχαιότητα.

Το παλιό καθολικό του Αγίου Ιωάννου, λαξευμένο στο βράχο, είναι κτίσμα της β΄ βυζαντινής περιόδου. Δίπλα είναι το Σπήλαιο, που διεισδύει στο βουνό προς νότια, μέσα στο οποίο πέθανε ο Άγιος Ιωάννης ο ερημίτης. Το παλιό μοναστήρι, ερειπωμένο σήμερα, ήταν δίπλα και απέναντι από την είσοδο της σπηλιάς. Τα κελιά των μοναχών και τα ασκητήρια στις δυο πλευρές του φαραγγιού ένωνε η γέφυρα στηριγμένη σε τοξοτές κατασκευές. Στη δυτική πλευρά του φαραγγιού υπάρχει μικρότερο φαράγγι και άλλο σπήλαιο, στην είσοδο του οποίου είναι ερειπωμένη η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (του Απιδιώτη;) με ερείπια οικημάτων και δεξαμενής, ίσως εξάρτημα του Καθολικού. Από το καθολικό μετά από 135 σκαλοπάτια λαξευμένα στο βράχο, υπάρχει το σπήλαιο της Αρκουδιώτισσα (οφείλει την ονομασία του σε ένα μεγάλο σταλαγμίτη σε μορφή αρκούδας), που έχει στην είσοδό του παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Υπαπαντή του Χριστού και κελιά, και αναφέρεται στην απογραφή του 1637. Δυτικά στην απέναντι πλαγιά, ο Άγιος Αντώνιος με κελιά και δεξαμενή, είναι κτισμένος πριν από το 1637.

Κατά μια πληροφορία, το 1470 είχε λεηλατηθεί η μονή από τους Βενετούς επειδή παρείχε άσυλο σε επαναστάτες. Φαίνεται όμως ότι οι πειρατικές επιδρομές ανάγκασαν τους μοναχούς να συνοικίσουν σε ένα μοναστικό κέντρο σε ασφαλέστερη θέση και επέλεξαν το χώρο της σημερινής μονής. Το 1537, σύμφωνα με την επιγραφή στο υπέρθυρο της εισόδου, θεωρείται έτος ιδρύσεως της νέας μονής που αφιερώθηκε στην Κυρία των Αγγέλων την Υπεραγία Θεοτόκο (απογραφή 1637). Στο Κοιμητήριο υπάρχει η χρονολογία ΖΝΣ (=7056=1548). Το 1570 ηγούμενος ήταν ο Ανανίας, ένας μοναχός με πατριωτική δράση ενώ ο Ιερεμίας Τζαγκαρόλος το 1589 ήταν απλός μοναχός, μάλλον μαζί με τον αδελφό του Λαυρέντιο, αλλά έφυγαν δυσαρεστημένοι.

Περίπου το 1600 κατεδαφίστηκε ο παλιός ναός στη νέα μονή, όμως η ανέγερση του νέου καθολικού δεν είχε τελειώσει όταν οι Τούρκοι κατάλαβαν τα Χανιά. Την περίοδο 1599-1622 είναι γνωστοί τέσσερις ηγούμενοι, το 1619 η μονή ήταν κοινόβιο και το 1621 κλήθηκε ο Ιερεμίας Τζαγκαρόλος να ηγουμενεύσει επιτροπικώς το Γδερνέτο, αφού ξέσπασε έριδα των μοναχών με τον ηγούμενο Νεόφυτο Πετρόπουλο. Ο Νεόφυτος επιδίωκε διαρκή ηγουμενία, η βενετική διοίκηση όρισε προσωρινά ηγούμενο τον Ιερεμία, ο οποίος εισήγαγε το διοικητικό σύστημα της Αγίας Τριάδος με τριετία ηγουμενίας και ετήσια εκλογή οικονόμου. Απομακρύνθηκαν ο Νεόφυτος Πετρόπουλος στον Άγιο Ονούφριο, ο μοναχός Θεοφάνης και οι ιερομόναχοι Ιωακείμ Καππαδάκης και Μεθόδιος Μανιάτης και αντικαταστάθηκαν από τέσσερις άλλους μοναχούς στις 9/8/1621.

Οι Τζαγκαρόλοι, οι Μουρτάροι, οι Καλλονάδες και οι Πατίστα, συνάθροισαν τους μοναχούς του Ακρωτηρίου στην Αγία Τριάδα, επειδή το Γδερνέτο ήταν μικρό, άδενδρο, άγονο και απρόσιτο. Γι’ αυτό η ανέγερση του καθολικού έγινε μάλλον με προσπάθειες των μοναχών του Γδερνέτου. Ονομαστός μοναχός του ήταν ο Μητροφάνης Φασιδώνης, πρώην κυβερνήτης πλοίων στο βενετικό στόλο, που διέπλεε το Αιγαίο και μετέφερε αξιωματούχους σε διάφορες αποστολές. Στα μητρώα της ελληνικής κοινότητας της Βενετίας το 1587 αναφέρεται Marco Fasidogni και το 1593 ασπάστηκε το μοναχισμό και πήρε το όνομα Μητροφάνης. Με άδεια από τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας, πολέμησε και ως μοναχός υπέρ της Βενετίας. Το 1606 ο Γενικός Προβλεπτής πληροφορεί το Δόγη για τη σχετική υπηρεσία και τον αναφέρει ως ανώτερο κληρικό που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Βενετίας. Ο Φασιδώνης έναντι των υπηρεσιών του έλαβε βοήθημα, αλλά λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, παρακάλεσε και πέτυχε από τη Σύγκλητο της Βενετίας, το βοήθημα να χορηγείται στη μονή μετά το θάνατό του επί 15 έτη (ζούσε μέχρι το 1622). Την εποχή εκείνη η μονή φαίνεται ότι ήταν σε κακή οικονομική κατάσταση (1616). Μεταξύ 1622 και 1637 ηγουμένευσαν ο Γρηγόριος Κελαΐτης και ο Ιωάσαφ Καλαφάτης, γόνοι γνωστών οικογενειών ευγενών Κρητών.

Πριν από το 1765 η μονή υπέστη καταστροφές από πυρκαγιά και το ‘21 πυρπολήθηκε. Μια ομάδα έφιππων Τούρκων, στα τέλη Ιουνίου 1821, έσφαξαν στην έξοδο του φαραγγιού επτά μοναχούς οι οποίοι έτρεχαν να σωθούν προς την Αγία Τριάδα. Στο σημείο της σφαγής οι χριστιανοί χάραξαν στο βράχο επτά σταυρούς, αλλά με την πρόσχωση του φαραγγιού για την κατασκευή αμαξόδρομου για να μην χαθεί το σημείο οι μοναχοί ζωγράφισαν επτά λευκούς σταυρούς. Οι Τούρκοι λεηλάτησαν και πυρπόλησαν τη μονή που ανέλαβε χάρη στη φιλοπονία των μοναχών, στις δωρεές χριστιανών και στις αφιερώσεις περιουσιών και γι’ αυτό την περίοδο της αιγυπτιοκρατίας ήταν σε ακμή. Το 1860 ήταν στο απόγειο της ακμής της. Στην έναρξη της επανάστασης του 1866, ο ηγούμενος της μονής Μισαήλ Ματζάκης διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο ως αγγελιαφόρος των επαναστατών στις προξενικές αρχές. Κατά την επανάσταση αυτή δεν υπέστη σημαντικές ζημιές η περιουσία της, αλλά εγκαταλείφθηκαν καλλιέργειες. Το 1877-78 διαλύθηκε λόγω εσωτερικών διενέξεων των μοναχών της. Οι μοναχοί επανήλθαν και το Νοέμβριο του 1878, ζήτησαν και στάλθηκε μέχρι την εκλογή ηγουμένου ως επιστάτης ο Μισαήλ Τζιλβάκης πρώην ηγούμενος της Αγίας Τριάδας. Τον Ιούλιο του 1889 κατέφυγε πλήθος χριστιανών στη μονή για να προστατευτούν, όπως και τον Ιανουάριο του 1897, όταν η μονή διέτρεφε μεγάλο μέρος των οικογενειών που είχαν καταφύγει στο φαράγγι. Η Διοικητική Επιτροπή του Επαναστατικού Στρατοπέδου Ακρωτηρίου υποχρέωνε τις μονές του Ακρωτηρίου να συμβάλουν στην τροφοδοσία των επαναστατών, οι μοναχοί του Γουβερνέτου, αν και πρόβαλαν αδυναμία, τελικά ανταποκρίθηκαν. Την περίοδο 1941-44 οι Γερμανοί εγκατέστησαν φυλάκιο στη μονή και προξένησαν καταστροφές. Η συμβολή της στους αγώνες για την ελευθερία της Κρήτης ήταν γενικά σημαντική, όπως και στην παιδεία με βάση τις οικονομικές της δυνατότητες. Από το 2005 έχουν αρχίσει εργασίες αναστήλωσης του καθολικού και των κελιών.

Ο περίβολος της μονής είναι φρουριακός σε σχήμα παραλληλόγραμμου και στις γωνίες ορθώνονται τέσσερις τετράγωνοι πύργοι. Στο υπέρθυρο της κυρίας εισόδου η επιγραφή ΑΧΛΑ=1631 είναι μεταγενέστερη. Στο κέντρο του συγκροτήματος ορθώνεται το καθολικό, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1894, μονόχωρο τρίκογχο με τρούλο, αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και γι’ αυτό αποκαλείται η μονή της «Κυρίας των Αγγέλων». Στο καθολικό είναι ενσωματωμένα δυο παρεκκλήσια, του Αγίου Ιωάννου του Ερημίτη και των Αγίων Δέκα Μαρτύρων, ενώ ανατολικά του καθολικού υπήρχε το παρεκκλήσι του Αγίου Προκοπίου, όπου ήταν και το νεκροταφείο της (κατεδαφίστηκε, ανοικοδομήθηκε έξω από τη μονή και το νεκροταφείο μεταφέρθηκε). Στην ανατολική πλευρά του ναού, δεξιά και αριστερά στεγάζουν τις κόγχες δυο σταυροθόλια. Στην πρόσοψη τα διακοσμητικά είναι εντυπωσιακά (παραστάδες εισόδου, υπέρθυρο και φεγγίτης), ενώ οι έξι δωρικοί κίονες, που εδράζονται σε πεσσούς ενσωματωμένους, έχουν στη βάση τους ανάγλυφες κεφαλές, σύμβολα δαιμόνων ή αποτροπαϊκά.

Στη δήλωση του 1637 η μονή είχε δέκα μετόχια. Από τα γνωστά κατά καιρούς μετόχια της είναι: των Εισοδίων της Θεοτόκου Κουμαρέ, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Κορακιών, του Αγίου Ιωάννου του ερημίτη το παλιό Καθολικό, της Υπαπαντής Αρκουδιάς, του Αγίου Αντωνίου κοντά στο αυλάκι, του Αγίου Βασιλείου στα Περβόλια, του Αγίου Ιωάννου Βαπτιστού στον Κουρνά, της Αγίας Ειρήνης στη Σούδα, της Θεοτόκου Οδηγήτριας και του Μιχαήλ Αρχαγγέλου στην Κίσαμο, του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού στα Νοπήγια, του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού στα Νοχιά, ενώ αναφέρονται και άλλα σε Χορδάκι, Στέρνες, Καμπάνι, Αρώνι, Χαλέπα, Μουρνιές, Νεροκούρου, Γαλατά, Παλαιόκαστρο Κισάμου και Σμύρνη.

Από τη δήλωση 1637 φαίνεται ότι ήταν η πιο πολυάριθμη μονή των Χανίων και είχε 60 ιερομόναχους, μοναχούς και υπηρέτες, το 1818 είχε 50 μοναχούς και 60 το 1860.

Στη μονή σήμερα σώζονται λίγα κειμήλια, δυο μοναχολόγια από το 1832 και το 1835, έγγραφα αλληλογραφίας και συμβόλαια.

ΠΗΓΗ: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΥΔΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ