ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΑΡΥΔΙΟΥ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΑΡΥΔΙΟΥ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ
Προσκυνηματικός οδηγός

Τα μοναστήρια δεν υπήρξαν, σ᾿ όλη την ιστορική τους πορεία, μόνο «οίκοι» λατρείας, αλλά αποτέλεσαν συγχρόνως τα πνευματικά κέντρα του λαού μας, όταν η εκπαίδευση βρισκόταν υπό απηνή δίωξη από τους κατακτητές και όχι μόνο, ενώ κατά τις δύσκολες ιστορικές περιόδους του έθνους μας στήριξαν σθεναρά τους αγώνες του και πρόσφεραν εθνικές και κοινωνικές υπηρεσίες σ᾿ αυτόν.

Στα μοναστήρια καλλιεργήθηκαν τα Γράμματα και οι Τέχνες. Μέσα σ᾿ αυτά εύρισκαν καταφύγιο οι καταδιωκόμενοι, από τους εχθρούς, αγωνιστές κι απέβαιναν σπουδαία επαναστατικά κέντρα, ενώ οι ίδιοι οι μοναχοί άφηναν το Ψαλτήρι και το Οκτωήχι κι άδραχναν το γιαταγάνι και την μπιστόλα, για να πολεμήσουν «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία».

Δεν ήταν ωστόσο μικρότερης σημασίας η προσφορά τους στις τοπικές κοινωνίες σε εποχές ειρήνης και ησυχίας. Εγκατεσπαρμένα σ᾿ όλη την έκταση της ελληνικής επικράτειας ήταν πάντοτε στηρίγματα ισχυρά της πίστης μας και του Έθνους μας. Η συμβολή τους σ᾿ όλο τα φάσμα της εθνικής μας ζωής ήταν πάντοτε σημαντική.

Στην Κρήτη, ιδιαίτερα, τα μοναστήρια έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σ᾿ όλες τις ιστορικές περιόδους του νησιού. Κυρίως στην περίοδο της Ενετοκρατίας (1211-1669) και της Τουρκοκρατίας (1669-1898). Περιοχή όπου ο μοναχικός βίος πήρε μεγάλες διαστάσεις κατά την Ενετοκρατία ήταν κυρίως η νότια πλευρά του νησιού και μάλιστα ο νότιος ορεινός όγκος της, τα Αστερούσια ή Κόφηνας. Δεν υστέρησαν ωστόσο και οι άλλοι νομοί. Στο Νομό Λασιθίου υπήρξαν πολλά επώνυμα και μη μοναστήρια, που πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες και ανυπολόγιστη βοήθεια στον τόπο από εθνική, κοινωνική και πολιτιστική άποψη.

Ένα απ᾿ αυτά είναι και η Μονή της Παναγίας Καρυδίου στην περιοχή Μύθων Ιεράπετρας ή Παναγίας Καρυδιανής. Θα προσπαθήσομε να δώσομε σε αδρές γραμμές τη γενική εικόνα της ιστορικής της πορείας απ᾿ όσα στοιχεία έχομε, τα οποία δυστυχώς είναι πενιχρά, με στόχο να την προβάλομε και να την αναδείξομε, αφού δυστυχώς είναι πολύ λίγο γνωστή. Να σημειώσομε εδώ ότι ακόμη και ντόπιοι λόγιοι την αγνοούν και δεν την αναφέρουν στις μελέτες τους.

Η άγνοια της Μονής Καρυδιανής, θέλω να πιστεύω, ότι δεν προέρχεται από ηθελημένη παράβλεψη και σκοπιμότητα των μελετητών, αλλά κυρίως από τη δυσπρόσιτη και δύσβατη θέση της, στις νότιες υπώρειες των Λασιθιώτικων βουνών, που την καθιστούσε άγνωστη σ᾿ αυτούς.

Θα ήταν μάλιστα ευχής έργο, αν το πόνημα αυτό αποτελούσε απαρχή και έναυσμα για μια ευρύτερη και πιο εμπεριστατωμένη έρευνα από άλλους, ώστε να αποκτήσομε εναργέστερη και πιο καθαρή εικόνα για το άγιο αυτό «πρσκυνητάρι» της πίστης μας και της πατρίδας.

Η Μονή Καρυδίου βρίσκεται στην περιοχή του δημοτικού διαμερίσματος Μύθων του Δήμου Ιεράπετρας, δυτικά της πόλης και βορειοδυτικά του χωριού, σε οδική απόσταση, μέσω Μουρνιών και Ρίζας, 6 περίπου χιλιόμετρα, σε υψόμετρο 750 μ. Για όσους προτιμούν την οδοιπο-ρία υπάρχει μονοπάτι πρόσβασης μέσω των τοποθεσιών Οξά, Λενικά, Κάστελλος, Αβατουλάς, Καρύδι, δύο περίπου ωρών διαδρομή κοπιαστική και δύσκολη, ανατολικότερα της προηγούμενης διαδρομής.

Η τοποθεσία Καρύδι είναι ένα ονειρικό τοπίο, ένα μικρό πλάτωμα στις νότιες υπώρειες των Λασιθιώτικων βουνών, που μοιάζει με μπαλκόνι στα φρύδια της Δίκτης.

Από εδώ μπορεί κανείς να απολαύσει το πανέμορφο θέαμα της κοιλάδας του ποταμού Σαραντάπηχου και ν᾿ αγναντέψει σε μεγάλο βάθος το Λιβυκό, στο οποίο σαν μια αδρή γραμμή χαράσσεται το Γαϊ-δουρονήσι, η αρχαία Χρύσα, με την «ουρά» του στο ανατολικό του άκρο, το Μικρονήσι, την αρχαία Λητύη.

Το μάτι του παρατηρητή φτάνει ως πέρα μακριά στο βάθος της ανατολής, όπου αντικρίζει σαν μια γκρίζα ανοιχτόχρωμη κηλίδα την Ιεράπετρα, ενώ στην απέναντι οριογραμμή Μαλλών-Ανατολής αφήνεται στην κυριαρχία του πανοράματος των αισθήσεων.

Η ονομασία της περιοχής Καρύδι είναι φυτωνυμική. Προέρχεται σίγουρα από το καρποφόρο δένδρο καρυδιά, που υπάρχει σε μεγάλο αριθμό, παλαιότερα ίσως και σε μεγαλύτερο. Κάπου στη μέση του πλατώματος αναβλύζουν τα κρυστάλλινα και γάργαρα νερά μιας πηγής, που παλαιότερα τουλάχιστο, πριν το περισσότερο μέρος των νερών της μεταφερθεί στους Μύθους για ύδρευση, έδινε ζωντάνια σ᾿ ολόκληρη την περιοχή, όπου οργίαζε η βλάστηση και υπήρχαν πολλοί κήποι. Κυρίαρχα καρποφόρα δένδρα ήταν εκτός από την καρυδιά, η συκιά, η αχλαδιά, η αμυγδαλιά κ.ά., ενώ από τα δασικά δένδρα κυρίαρχη θέση κατέχουν οι πρίνοι και τα πεύκα.

Από τη βόρεια άκρη του πλατώματος άρχιζε το μεγάλο πευκοδάσος των Λασιθιώτικων βουνών, που κορυφωνόταν στην περιοχή Πελεκίδι, με σκουροπράσινες πινελιές στον απολαυστικό πίνακα της Καρυδιανής φύσης κάποια θεόρατα πρινάρια, ενώ από τη βορειοανατολική πλευρά του μια λουρίδα ομαλής γης φέρνει στους παλιούς παραθεριστικούς οικισμούς Αγία Μαρίνα, του δημοτικού διαμερίσματος Μεταξοχωρίου (Παρσά) και Μινό των Μύθων. Από τη δυτική αντίθετα φράσσεται από το μεγάλο λόφο Μαρουλοκεφάλα, που κρύβει τα χωριά Ρίζα, Μουρνιές και Γδόχια και το ανατολικό άκρο της επαρχίας Βιάννου. Ανάμεσα στη Μαρουλοκεφάλα και το Καρύδι ρέει ο χείμαρρος της Συρκωμένης, το ρυάκι, που κατεβαίνοντας, με ανατολική διεύθυνση, διασχίζει τους Μύθους και καταλήγει στον ποταμό Σαραντάπηχο.

Μέσα σ᾿ αυτή την πανέμορφη φύση, λίγα μόλις μέτρα δυτικά της πηγής, σε μια ήσυχη γωνιά, είναι κτισμένη η Μονή της Παναγίας της Καρυδιανής, σε μια φύση που από μόνης της φέρνει τον άνθρωπο κοντά στο Θεό και τον οδηγεί σε θεία «μέθεξη».

Στη θέση αυτή οι ευλαβείς κτίτορες της Μονής εναπόθεσαν την ευσέβεια τους στην Παναγία κτίζοντας τη Μονή που φέρει το όνομα της.

Μετά το θάνατο του ιερομόναχου Μελέτιου Τσιχλάκη η Μονή άρχισε να παίρνει την «κατιούσα». Εντάχθηκε ως «ξωμονάστηρο» πια στην ενορία Μύθων, αν και με το διάταγμα της 26-1-1925, Φ.Ε.Κ. τ. Α΄, ανήκε ως συνοικισμός στο Δήμο Μουρνιών, όπως εξάλλου και όλα τα άλλα χωριά της περιοχής, και χρησιμοποιούνταν μόνο κάποιες φορές σε μεγάλες εορτές. Τα πρώτα χρόνια η Μονή ίσως είχε τελείως εγκαταλειφθεί, με συνέπεια ν᾿ αρχίσει σταδιακά η ερείπωση των κτισμάτων της. Κατέρρευσαν τότε τα κελλιά, που έγιναν άμορφος σωρός ερειπίων. Εγκαταλείφθηκε η περιουσία της Μονής, η οποία τελικά πουλήθηκε.

Το ξωμονάστηρο ξαναπήρε ζωή επί εφημερίας, όπως ήδη έχει ειπωθεί, του Παπα-Ηλία Ν. Χρηστάκη. Άρχισε τότε να λειτουργείται τρεις τουλάχιστο φορές το χρόνο, καθώς και όλο το Δεκαπενταύγουστο.

Μετά το θάνατο του ιερέα Χρηστάκη συνεχίσθηκε η ίδια τακτική και από τους ιερείς που τον διαδέχθηκαν στην ενορία Ιωάννη Ζερβάκη και Ιωάννη Κριτσωταλάκη, καθώς και από το σημερινό ιερέα του χωριού. Η προηγούμενη όμως εγκατάλειψη του είχε ως αποτέλεσμα να μείνει το ξωμονάστηρο της Παναγίας χωρίς καμιά φροντίδα για κάποιο χρονικό διάστημα, γεγονός που είχε δυσμενείς επιπτώσεις σ᾿ αυτό. Τα τελευταία χρόνια ενδιαφέρθηκαν έντονα κάποια άτομα από το χωριό κι έγιναν αρκετά πράγματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο δρόμος πρόσβασης στη Μονή φτιάχτηκε ικανοποιητικά κι ο επισκέπτης προσκυνητής μπορεί να φτάσει ως το παλιό μοναστήρι με κάποια ευχέρεια. Στη θέση των κελλιών ανακατασκευάσθηκε ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο, στο οποίο προσφέρεται καφές κατά τις μεγάλες εορτές στους πανηγυριστές, καθώς και άλλα κεράσματα και εδέσματα, αλλά, όπως έμαθα, και σε κάθε επισκέπτη, αφού είναι πάντα ανοικτό να δεχθεί όποιον θα πάει στη χάρη της Παναγίας να ανάψει το κεράκι του.

Τελευταία, από καλή πάντως πρόθεση, μέσα στο πλαίσιο της προσφοράς υπηρεσιών στους πανηγυριστές της Υπαπαντής, που οι καιρικές συνθήκες είναι συνήθως κακές, το μοναστήρι έγινε θύμα τον εκσυγχρονισμού. Προστέθηκε στην είσοδο του καθολικού ένα σκέπαστρο από ξύλο και κεραμίδι, που δε δίδει καθόλου την εντύπωση ιερού χώρου και δε «δένει» με την ιερή του παράδοση και το φυσικό περιβάλλον.

ΠΗΓΗ: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ