Λονδίνο, Aγγλία

Λονδίνο, Aγγλία
Τουριστικός οδηγός
Το Λονδίνο (αγγλ.: London) είναι η πρωτεύουσα του Ηνωμένου Βασιλείου όπως και της Αγγλίας, στα νοτιοανατολικά της οποίας βρίσκεται. Εκτείνεται εκατέρωθεν του ποταμού Τάμεση, όπου βρίσκεται και το λιμάνι του, ένα από τα μεγαλύτερα στη χώρα. Επί δύο χιλιετίες ήταν σημαντικός οικισμός.

Η ιστορία του ανάγει στην ίδρυσή του από τους Ρωμαίους. Από την ίδρυσή του, το Λονδίνο παραμένει πρωταγωνιστής σε σημαντικά κινήματα και φαινόμενα της παγκόσμιας ιστορίας, όπως η Βιομηχανική Επανάσταση και η Αναγέννηση της Γοτθικής Αρχιτεκτονικής. Ο πυρήνας της πόλης είναι η αρχαία πόλη του Λονδίνου, από την οποία σώζονται ακόμα περιορισμένα μεσαιωνικά κατάλοιπα. Τουλάχιστον από το 19ο αιώνα το όνομα "Λονδίνο" αναφέρεται σε ολόκληρη τη μητρόπολη, γύρω από αυτό. Το μητροπολιτικό Λονδίνο περιλαμβάνει, πέρα από το Σίτι (City, κέντρο της πόλης), 32 διαμερίσματα, τα οποία αρχικά ήταν αυθύπαρκτες πόλεις, τελικά όμως συνενώθηκαν εξαιτίας της πολεοδομικής επέκτασης της βρετανικής πρωτεύουσας και ενσωματώθηκαν σε αυτήν. H πόλη έχει εκλεγμένο δήμαρχο και Συνέλευση.

Αποτελεί μεγάλο επιχειρηματικό, χρηματοοικονομικό αλλά και πολιτιστικό κέντρο. Εκεί εδρεύουν πλήθος εταιρειών, οργανισμών καθώς και διαφόρων άλλων παγκόσμιων Ιδρυμάτων. Η επίδραση του Λονδίνου στην πολιτική, στην εκπαίδευση, στα ΜΜΕ, στη μόδα και στις τέχνες, συνετέλεσαν στο να θεωρείται ως σημαντική παγκόσμια πόλη. Στο Λονδίνο βρίσκονται τέσσερα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς: Το Ανάκτορο, το Αββαείο και ο ναός της Αγίας Μαργαρίτας στο Ουεστμίνστερ, ο Πύργος του Λονδίνου, ο ιστορικός οικισμός του Γκρίνουιτς και οι Βασιλικοί Βοτανικοί Κήποι του Κιου. Η πόλη είναι από τους πλέον δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς στον κόσμο και εξαιτίας της οικονομικής ανάπτυξης η δημοφιλία της αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια.

Ο πληθυσμός αυξάνεται ακόμα πιο πολύ αν προσμετρηθούν μερικά εκατομμύρια κάτοικοι της ευρύτερης μητροπολιτικής περιοχής. Η πολυμορφικότητα του πληθυσμού είναι εξαιρετικά μεγάλη καθώς περιλαμβάνει ανθρώπους από όλες τις φυλές του κόσμου και, συνεπώς, τον καθιστά μία από τις μεγαλύτερες πολυπολιτισμικές κοινότητες παγκοσμίως. Στο Λονδίνο κατοικούν μερικοί από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο. Περισσότερες από 300 γλώσσες ομιλούνται εντός της πόλης. Με βάση στοιχεία του 2006, ο επίσημος πληθυσμός του είναι 7.512.400 κάτοικοι εντός ορίων του Μείζονος Λονδίνου και αποτελεί το μεγαλύτερο σε πληθυσμό Δήμο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2001 η αστική περιοχή του Μείζονος Λονδίνου είχε πληθυσμό 8.278.251 κατοίκους, ενώ η μητροπολιτική περιοχή υπολογίζεται ότι αριθμεί 12 με 14 εκατομμύρια κατοίκους. Το Λονδίνο έχει επιλεγεί για να διοργανώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012.

Γεωγραφία και κλίμα

Με έκταση 1.579 τετραγωνικά χιλιόμετρα, αποτελεί την 37η μεγαλύτερη σε έκταση αστική περιοχή στον κόσμο. Κτισμένο στις όχθες του ποταμού Τάμεση, το Λονδίνο βρίσκεται 75 χιλιόμετρα από τη Θάλασσα της Μάγχης. Χωρίζεται από τον Τάμεση σε δύο μέρη, στη Βόρεια και στο Νότια Όχθη. Ο εν λόγω ποταμός διαρρέει την πόλη από τα νοτιοδυτικά ως τα ανατολικά. Ανεπίσημα, η πόλη χωρίζεται στο Βόρειο, Νότιο, Ανατολικό, Δυτικό και στο Κεντρικό Λονδίνο.

Κλίμα

Το Λονδίνο έχει εύκρατο ωκεάνιο κλίμα, όπως και τα περισσότερα από τα Βρετανικά Νησιά. Αυτό σημαίνει ότι η πόλη σπάνια βλέπει πολύ χαμηλές ή πολύ υψηλές θερμοκρασίες, όπως έγινε με τον καύσωνα του 2003 και το κύμα ψύχους του 2006. Τα καλοκαίρια είναι δροσερά, με μέση μέγιστη θερμοκρασία τους 23 βαθμούς Κελσίου (73 βαθμούς Φαρενάιτ) και με μέση χαμηλότερη τους 14 βαθμούς Κελσίου (57 βαθμούς Φαρενάιτ). Πολλές μέρες, η θερμοκρασία μπορεί να ξεπεράσει και τους 25 βαθμούς Κελσίου (77 βαθμούς Φαρενάιτ). Οι χειμώνες είναι ψυχροί (από 0 ως 6 βαθμούς Κελσίου), αλλά σπάνια η θερμοκρασία πέφτει κάτω από μείον 2 βαθμούς.Ο λόγος για τον οποίο οι χειμώνες στην περιοχή του Λονδίνου είναι σχετικά ήπιοι σε σύγκριση με άλλες κοντινές χώρες όπως ας πούμε η Ισλανδία, Σουηδία, Νορβηγία κ.λ.π είναι διότι κατά τους χειμερινούς μήνες έρχεται ένα θερμό ρεύμα, το οποίο κινείται και στη θάλασσα από τη νότια Αμερική και έτσι δεν αφήνει το νερό να παγώσει, με αποτέλεσμα η θερμοκρασία να μένει σε αυτά τα επίπεδα το χειμώνα. Την άνοιξη οι ημέρες χαρακτηρίζονται από σχετικά ψυχρές θερμοκρασίες και τα βράδια από έντονο κρύο.Το καλοκαίρι πάντως οι θερμοκρασίες είναι σχεδόν ίδιες με τις γειτονικές, σκανδιναβικές χώρες. Οι βροχοπτώσεις στην πόλη κατά μέσο όρο φτάνουν τα 583,6 χιλιοστά κάθε χρόνο. Αρκετές είναι οι χιονοπτώσεις, αλλά δεν κρατούν μεγάλα χρονικά διαστήματα. Έτσι, το Λονδίνο είναι θερμότερο τους χειμερινούς μήνες (ως 5 βαθμούς Κελσίου ή 9 Φαρενάιτ να είναι η θερμοκρασία το χειμώνα) σε σύγκριση με τις γύρω περιοχές, και παρόμοια το καλοκαίρι.

Ιστορία

Ετυμολογία

Η προέλευση της λέξης παραμένει άγνωστη. Η αρχαιότερη ετυμολογική εξήγηση μπορεί να αποδοθεί στον Τζέφρεϊ του Μονμάουθ στο έργο Historia Regum Britanniae. Το όνομα, σύμφωνα με την περιγραφή, προέρχεται από το βασιλιά Λαντ (Lud), ο οποίος φέρεται να είχε καταλάβει την πόλη και να την είχε ονομάσει Kaerlud. Η λέξη αυτή έγινε Kaerludein και τελικά London. Λίγες σύγχρονες πηγές υποστηρίζουν αυτήν τη θεωρία. Πολλές άλλες θεωρίες, που εμφανίστηκαν στο πέρασμα των χρόνων, θέλουν το Λονδίνο να προέρχεται από την ουαλική ή τη βρετανική (κελτική), περιστασιακά από την αγγλοσαξονική, ακόμα και από την εβραϊκή.

Οι προτάσεις αυτές επικρίθηκαν από τον καθηγητή γλωσσολογίας Ρίτσαρντ Κόουτς (1998), ο οποίος διατύπωσε τη θεωρία ότι η πόλη έλαβε την ονομασία της από το προκελτικό *plowonida, που σημαίνει περίπου "ποτάμι πολύ ευρύ για διάβαση". Διατύπωσε επίσης την υπόθεση ότι ο ποταμός Τάμεσης είχε αυτό το όνομα και οι κάτοικοι του προσέθεσαν την κατάληξη -on ή -onjon.Το ινδοευρωπαϊκό *p χάθηκε στα πρώιμα κελτικά και μέσω γλωσσολογικής αλλαγής, το όνομα από Plowonidonjon έγινε Lundonjon και στη συνέχεια μετατράπηκε σε Lundein ή Lundyn, για να εκλατινιστεί σε Londinium και τελικά να γίνει αντιδάνειο από τους Αγγλοσάξονες ως Lundene.

Πρώιμο Λονδίνο

Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν μαρτυρίες για διασκορπισμένους οικισμούς στην περιοχή, που ιδρύθηκαν από Βρετόνους , ο πρώτος σημαντικός οικισμός ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους το 43 μ.Χ. με το όνομα Londinium, έπειτα από την υποταγή της Βρετανίας στους Ρωμαίους. Η διάρκεια ζωής αυτής της πόλης (που έγινε πρωτεύουσα της επαρχίας Βρετανίας) ήταν μόλις 17 χρόνια. Γύρω στο 61, το πρώτο αυτό Λονδίνο κάηκε συθέμελα μετά την επιδρομή της Βασίλισσας Μπουντίκα της φυλής Ικένι. Στη συνέχεια, γύρω στο 100, κατά την αυτοκρατορική περίοδο, το Londinium ανένηψε και άκμασε ως συγκοινωνιακός κόμβος . Ειδικότερα, οι ρωμαϊκοί δρόμοι της Βρετανίας συνδέονταν στο μέρος όπου βρίσκεται σήμερα η Γέφυρα του Λονδίνου. Τον 2ο αιώνα ο ρωμαϊκός πληθυσμός της πόλης ήταν 60.000. Τον 3ο αιώνα, εξαιτίας των αναταραχών εντός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο πληθυσμός άρχισε να μειώνεται και ως τον 5ο αιώνα το μεγαλύτερο μέρος της πόλης είχε εγκαταλειφθεί. Σε αυτό συνετέλεσαν και οι πιέσεις που ασκούνταν από τις συνεχείς επιδρομές των Πικτών, Σκώτων και των κελτικών φύλων.

Αγγλο-Σαξονικό Λονδίνο

Γύρω στον 7ο αιώνα συντελέστηκε ο εποικισμός της Αγγλίας από τους Αγγλοσάξονες, που ίδρυσαν νέο οικισμό με την ονομασία Lundenwic, σε απόσταση περίπου 1 χιλιόμετρο από την παλιά ρωμαϊκή πόλη, πολύ κοντά στο σημερινό Κόβεντ Γκάρντεν. Πιθανολογείται ότι υπήρχε ένα λιμάνι στο στόμιο του ποταμού Φλιτ που εξυπηρετούσε το εμπόριο και την αλιεία. Η εμπορική δραστηριότητα αυξήθηκε μέχρι την κατάκτηση της πόλης από τους Βίκινγκς και την αναγκαστική μεταφορά της στη θέση της πόλης Londinium με σκοπό τη χρήση των οχυρώσεών της ως προστασία. Οι επιθέσεις των Βίκινγκς συνεχίστηκαν και στην υπόλοιπη νοτιοανατολική Αγγλία, μέχρι την επανακατάληψη του Λονδίνου από τον Αλφρέδο τον Μεγάλο, το 886 και τη σύναψη ειρήνης με τον ηγέτη των Δανών, Γκούτρουμ. Η αρχική αγγλοσαξονική πόλη του Lundenwic έγινε Ealdwic ("παλιά πόλη"), όνομα το οποίο διατηρήθηκε ως τις μέρες μας στο Aldwych, που είναι η σύγχρονη πόλη του Ουεστμίνστερ.

Συνακόλουθα, επί βασιλείας διαφόρων Άγγλων βασιλέων, το Λονδίνο για μια ακόμη φορά προόδευσε ως διεθνές εμπορικό κέντρο. Ωστόσο, οι επιδρομές των Βίκινγκς ξανάρχισαν στα τέλη του 10ου αιώνα και κορυφώθηκαν το 1013 με την πολιορκία της πόλης από το Βασιλέα της Δανίας Κανούτο τον Μέγα. Ο βασιλιάς Έθελρεντ αναγκάστηκε να φύγει. Ο στρατός του Έθελρεντ αντεπιτέθηκε και κατεδάφισε τη Γέφυρα του Λονδίνου με τη δανέζικη φρουρά επάνω, και έτσι ανακτήθηκε ο έλεγχος από τους Άγγλους.

Ο Κανούτος κατέλαβε τον αγγλικό θρόνο το 1017 και είχε τον έλεγχο της πόλης και της χώρας ως το θάνατό του, το 1042, οπότε και ο θρόνος επανήλθε στους Αγγλοσάξονες υπό τον ευσεβή θετό γιο του, Εδουάρδο τον Εξομολογητή . Ο τελευταίος έχτισε ξανά το Αββαείο του Ουεστμίνστερ και το γειτονικό ανάκτορο. Μέχρι εκείνη την περίοδο, το Λονδίνο κατέστη η μεγαλύτερη και πλέον ευημερούσα πόλη της Αγγλίας, παρά το γεγονός ότι η επίσημη έδρα της κυβέρνησης βρισκόταν ακόμα στο Ουίντσεστερ.

Νορμανδικά και μεσαιωνικά χρόνια

Έπειτα από τη νίκη του στη μάχη του Χάστιγκς, ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής , τότε δούκας της Νορμανδίας, στέφθηκε Βασιλιάς στο Αββαείο του Ουεστμίνστερ, τα Χριστούγεννα του 1066. Ο Γουλιέλμος παραχώρησε πολλά προνόμια στους πολίτες του Λονδίνου και έκτισε ένα κάστρο στη νοτιοανατολική άκρη της πόλης για να την ελέγχει καλύτερα. Οι επόμενοι βασιλείς έκαναν επέκταση του κάστρου και σήμερα είναι γνωστό ως Πύργος του Λονδίνου. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως παλάτι και στη συνέχεια ως φυλακή.

 

Το 1097 ο Γουλιέλμος Β΄ ξεκίνησε την οικοδόμηση της Αίθουσας του Ουεστμίνστερ, που βρισκόταν κοντά στο ομώνυμο αβαείο. Η αίθουσα αποτέλεσε τη βάση για το νέο Ανάκτορο του Ουεστμίνστερ, η οποία ήταν η κύρια βασιλική κατοικία την περίοδο του Μεσαίωνα. Το Γουεστμίνστερ έγινε έδρα της βασιλικής αυλής και της κυβέρνησης και παραμένει ως σήμερα. Ο μακρινός του γείτονας, το Σίτι ήταν εμπορικό κέντρο και αναπτύχθηκε υπό ενιαία διοίκηση, το Βρετανικό Οργανισμό της Πόλης του Λονδίνου (City of London Corporation). Τελικά, οι όμορες πόλεις αναπτύχθηκαν μαζί του και αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία του σύγχρονου κεντρικού Λονδίνου, ξεπερνώντας το Ουίντσεστερ ως πρωτεύουσα της Αγγλίας κατά το 12ο αιώνα.

 

Το Λονδίνο αυξήθηκε σε πλούτο και σε πληθυσμό κατά τους Μεσαιωνικούς Χρόνους. Το έτος 1100 αριθμούσε 18.000 περίπου κατοίκους, ενώ ως το 1300 ο πληθυσμός ήταν γύρω στους 100.000. Στα μέσα του 14ου αιώνα επιδημία που επονομάστηκε Μαύρος Θάνατος έπληξε την πόλη και το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού αποδεκατίστηκε από αυτήν. Με εξαίρεση την εισβολή στο Λονδίνο κατά την αγροτική εξέγερση του 1381, το Λονδίνο παρέμεινε ανέπαφο από τους εμφυλίους πολέμους της εποχής, όπως τον Πόλεμο των Δύο Ρόδων.

 

Έπειτα από την ήττα της Ισπανικής Αρμάδας του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας το 1588, η πολιτική σταθερότητα στην Αγγλία επέτρεψε την περαιτέρω ανάπτυξη του Λονδίνου. Η αύξηση του πληθυσμού προκάλεσε οικιστικό χάος, κάτι που διαφαίνεται από την επιδημία πανώλης του 1665–1666. Επρόκειτο για το τελευταίο σημαντικό κρούσμα της νόσου στην Αγγλία, πιθανότατα εξαιτίας της μεγάλης πυρκαγιάς του Λονδίνου, το 1666. Η φωτιά εκείνη επεκτάθηκε γρήγορα και κατέκαψε τα ξύλινα σπίτια, με τελικό αποτέλεσμα την καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους της πόλης. Το τελευταίο πλήγμα, όμως, είχε ως αποτέλεσμα την ανοικοδόμηση της πόλης με νέο αρχιτεκτονικό σχέδιο, υπό την επίβλεψη βασιλικής επιτροπής, με πρόεδρο τον Σερ Κρίστοφερ Ρεν.

Σύγχρονο Λονδίνο

Toν 18o αιώνα το Λονδίνο αναπτύχθηκε και κατέστη η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη στον κόσμο, από το 1831 περίπου ως το 1925. Η ανάπτυξη αυτή υποβοηθήθηκε από την κατασκευή των πρώτων σιδηροδρόμων το 1836. Το σιδηροδρομικό δίκτυο επεκτάθηκε με γρήγορο ρυθμό, ενώ η αύξηση του πληθυσμού οδήγησε στην κατασκευή του πρώτου υπόγειου σιδηρόδρομου στον κόσμο, το 1863.

Την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η πόλη υπέστη βομβαρδισμούς από τη γερμανική πολεμική αεροπορία (Luftwaffe) και περισσότεροι από 30.000 Λονδρέζοι σκοτώθηκαν, ενώ το ένα τρίτο του Λονδίνου καταστράφηκε. Πολλά κτήρια καταστράφηκαν και τις δεκαετίες του 1950, 1960 και 1970 ανοικοδομήθηκαν με διάφορους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς. Το 1965 τα πολιτικά όρια του Λονδίνου επεκτάθηκαν λαμβάνοντας υπόψη την ανάπτυξη της αστικής περιοχής εκτός των ορίων της κ